"... Ξημέρωσε μια ηλιόλουστος καλοκαιρινή ημέρα Κυριακή εορτή των Αγίων Βικτώρων, και φορέσαμε τα γιορτινά μας να πάμε στην Εκκλησία χωρίς ούδ’ επ’ ελάχιστο να φανταστούμε τι ρόλο επρόκειτο να διαδραματίσει αυτή ή μέρα στη ζωή μας και στη ζωή τού νησιού μας. Πράγματι πήγαμε στην εκκλησία και ακριβώς την ώρα που ελέγετο ό Απόστολος ηκούοντο ψίθυροι εντός τής Εκκλησίας και εξήρχοντο οι προσκυνηταί έξω τής εκκλησίας. «Τί συμβαίνει; τί συμβαίνει;» λέγουν ότι βλέπουν τα πλοία τα Ελληνικά να έρχωνται για να καταλάβουν τη Χίο. Αμέσως βγήκαμε έξω και τρέξαμε στο Βουνάκι. Βουνάκι τότε ελέγετο και τώρα ακόμη εξακολουθούν να το αποκαλούν, όλη ή περιφέρεια από τά σχολεία τού 3ου και 8ου δημοτικού, μέχρι τού Δημοτικού Κήπου διότι τότε δεν υπήρχε τίποτε εκτός από δύο παράγκες πού εχρησιμοποιούντο διά σχολεία, και ένα μικρόν οίκημα πού έμεναν 4-5 Τούρκοι ζαπτιέδες δηλαδή χωροφύλακες, ως φυλάκιον. Από το Βουνακι λοιπόν μπορούσε κανείς νά βλέπη ακόμα και την Νομαρχία (τουρκιστί Κονάκι). Πήγα ακριβώς εις τα πρώην κτίρια τής Ηλεκτρικής 'Εταιρίας όπου κόσμος πολύς είχε συγκεντρωθή καί έβλεπε προς τό μέρος των Οινουσσών τούς καπνούς των πλοίων. Τότε είδον καί εγώ καί εμέτρησα 7-8 καπνούς, ό ένας πίσω από τον άλλο νά έρχονται πρός τήν πόλι τής Χίου καί έν συνεχεία Τουρκικό στρατό μέ πλήρη πολεμική εξάρτηση, νά ακροβολίζεται εις τήν παρυφήν τού δρόμου πού φέρει από τούς Στρατώνας προς τα Βυρσοδεψεία. Έν τώ μεταξύ όσο παρήρχετο ή ώρα, ήρχισαν νά διακρίνονται τά σκάφη όσοι δε, είχον διόπτρας, έβλεπαν καί έλεγαν εις τούς άλλους πού παρακολουθούσαν ότι διακρίνονται οι σημαίες καί είναι Ελληνικές. Όταν δέ επλησίασαν περισσότερο εφαίνοντο καί μέ γυμνόν οφθαλμόν. Έπειτα διάβαζαν καί τά ονόματα τών πλοίων. Μακεδονία, Σαπφώ, Μυκάλη, Εσπερία, καί τά αντιτορπιλικά Κεραυνός και Νέα Γενεά. Όταν δέ έφθασαν μεταξύ Φρουρίου καί Βυρσοδεψείων, ο κόσμος έλεγε:«Κοίταξε στρατό. Κοίταξε στρατό !»Ήσαν τα δύο μεταγωγικά που έφεραν τον στρατόν τής Απελευθερώσεως. Ήτο ένα μεγαλειώδες και συγκινητικόν συγχρόνως θέαμα νά βλέπομεν τα πλοία εις μεγαλοπρεπή παράταξιν και να σκιρτούμεν απο χαράν, σκεπτόμενοι ότι έρχονται νά μάς χαρίσουν τήν Ελευθερίαν μας έπειτα από 500 ετών δουλείαν. Ήλθε τό μεσημέρι, μία δύο μετά τό μεσημέρι αλλά ποιος εσκέπτετο γιά φαγητό. Θά ήτο περίπου 12 ή ώρα - δεν θυμάμαι ακριβώς- οπότε είδαμε μια βάρκα νά φεύγη από τό βαπόρι και να πηγαίνη προς το λιμάνι, και σε διάστημα μιας ώρας περίπου να επιστρέφη, και άλλη βάρκα απ’ το λιμάνι ήλθε στα πλοία. Αργότερα εμάθαμεν ότι ήσαν κήρυκες και μετέβησαν νά ζητήσουν την παράδοση τής πόλεως, και ότι μετέβησαν και οι Πρόξενοι στα πλοία διά να μεσολαβήσουν όπως μη βομβαρδιστεί ή πόλις εφ’ όσον ήτο ανοχύρωτος και αφού έπ’ ουδενί λόγω ήτο διατεθειμένος όΖιχνής βέης να παραδώση την πόλιν. Και ενώ ημείς περιμέναμεν με ανυπομονησίαν να δούμε τό αποτέλεσμα δύο απ’ τα βαπόρια ξεκίνησαν για το Κοντάρι χωρίς ημείς να υποψιασθούμεν ότι πρόκειται να αρχίση ή απόβασις. Θα ήτο περίπου ή ώρα 3-3 1/2 οπότε έξαφνα ακούμε κανονιοβολισμούς και πολυβολισμούς από τό μέρος τού Κονταριού. Ευτυχώς μέχρι το πρωί δεν συνέβη τίποτε και πριν ανατείλη ό ήλιος ήλθε στο σπίτι μας ένας φίλος μου -μακαρίτης σήμερα- να με πάρη να πάμε στο Βουνάκι να δούμε τί γίνεται. Παρά τας αντιρρήσεις των γονέων μου και αφού τούς υπεσχέθημεν ότι δεν πρόκειται ν’ απομακρυνθούμε πήγαμε στο Βουνάκι. Εις τα σχολεία παντού ήτο ησυχία. Εις την Καζάρμα δηλαδή εις το Τουρκικό Φυλάκιο δεν υπήρχε Τούρκος. Πήραμε θάρρος και απεφασίσαμεν να προχωρήσωμεν προς την πλατείαν τής πόλεως με προφύλαξι. Είχαμε φθάση εκεί πού ευρίσκεται σήμερον τό άγαλμα τού Iάσονος Καλαμπόκα 6 . Τότε όλη εκείνη ή περιφέρεια ήτο περιτειχισμένη μέχρι τής εργατικής εστίας καί εχρησιμοποιεϊτο ώς προαύλιον τού Στρατώνος, άλλά καί εκεί δέν υπηρχε Τούρκος. Έν τώ μεταξύ ό κόσμος παρέμενε κλειστός εις τάς οικίας του καί μόνο κατά διαστήματα βλέπαμε κανένα πολίτη νά ξεπροβάλλη από τό σπίτι του μέ προφύλαξι. Τότε προχωρήσαμεν καί εφθάσαμεν εις τους κυρίους Στρατώνας όπου στεγάζεται σήμερον ή Πυροσβεστική Υπηρεσία 7 , αλλά καί εκεί οί Στρατώνες ήσαν κενοί. Τότε καταλάβαμεν ότι οί Τούρκοι εγκατέλειψαν τήν πόλι καί απεσύρθησαν στά βουνά. Έν τώ μεταξύ ακούγαμε πυροβολισμούς καί ενομίζαμεν ότι γίνεται μάχη, ενώ έκ τών ύστερων επληροφορήθημεν ότι οί χριστιανοί πυροβολούσαν από ενθουσιασμόν βλέποντες τον ελληνικό στρατό νά προχωρή πρός τήν πόλι τής Χίου από τήν παραλιακήν όδόν τής Μπέλα Βίστα. Προχωρώντας φθάσαμεν εκεί πού ευρίσκεται σήμερον ή Εθνική Τράπεζα πού ήτο τότε ό Στρατώνας τού Πυροβολικού τών Τούρκων, καί ενώ συζητούσαμεν μέ μερικούς άλλους - θά ήτο ή ώρα περίπου 8η πρωινή τής 12ης Νοεμβρίου 1912 -ακούω μιά δυνατή φωνή πού ακόμη αντηχή στ’ αυτιά μου « Στήν πάντα πολίτες, στην πάντα πολίτες » στρέφομεν πρός τήν οδόν Βενιζέλου καί βλέπομεν φαντάρους μέ τά όπλα άνα χείρας επί δύο ζυγών δεξιά καί αριστερά τής οδού μπαρουτοκαπνισμένοι καί λασπωμένοι - παρέλειψα ν’ αναφέρω ότι άφ’ εσπέρας Eκαμε μιά βροχούλα - νά οδεύουν μέ προφύλαξι πρός τήν πλατείαν τής πόλεως. Αμέσως ημείς φωνάξαμε « Έλληνες είναι, Έλληνες !! ». Το τί έγινε δεν ημπορεί νά περιγράψη ή πτωχή μου πέννα. Αστραπιαίως διεδόθη τό Έλληνες — Έλληνες καί αμέσως ό κόσμος ξεχύθηκε από όλας τάς συνοικίας πρός την πλατεία τής πόλεως αλλόφρων από χαράν νά τρέχη δεξιά καί αριστερά νά εναγκαλίζεται μέ γνωστούς καί αγνώστους, μέ εχθρούς καί φίλους καί νά φωνάζη «Χριστός Ανέστη», νά πετάη τά καπέλλα του στον αέρα, vα χτυπάνε όλοι οί κώδωνες τών εκκλησιών, καί να τά χάνομε από ενθουσιασμόν - μόνο ένα βουητό ηκούετο. Έξαφνα ανοίγει το παράθυρο τής Νομαρχίας και βλέπομεν να πετάνε έξω σωρηδόν τά έγγραφα σε σημείον νά γεμίση ή πλατεία χαρτιά καί να αναρτάται ή 'Ελληνική σημαία μπροστά σ’ ενα λαό πού με παραλήρημα χαράς χειροκροτούσε. Εν τω μεταξύ εξακολουθούσαν νά εισέρχονται στρατεύματα συντεταγμένα τώρα απο τήν ιδίαν οδόν και να έρχωνται συνεχώς κατά τετράδας, νά και οί έφιπποι αξιωματικοί, νά τώρα και οί σαλπιγκταί με σαλπίσματα διάφορα καί περίεργα γιά μάς που είμαστε συνηθισμένοι μέ τά τουρκικά σαλπίσματα. Τότε είδαμεν ένα τμήμα στρατού συντεταγμένον νά βαδίζη προς τον Άγιον Νικόλαον μέ προορισμόν τό χωριό Καριές (που) εφαίνετο έκ τής πλατείας τής πόλεως. Τό κύριον σώμα τού στρατού συνεκεντρώθη εις τον μεταξύ πλατείας καί Δημοτικού Κήπου χώρον. Τότε δέν υπήρχε Δημοτικός Κήπος, ήτο ελεύθερος ό χώρος μέχρι τού Αγίου Ιακώβου. Τότε ημείς τούς πλησιάσαμεν, τους χαιρετήσαμεν καί πιάσαμεν συζήτησην καί φιλία συνάμα. Μάς έλεγαν ότι ήσαν τού δείνα Συντάγματος τής τάδε Μεραρχίας - αλλ΄ ημείς δέν είχαμε ιδέα τι θά πή Σύνταγμα καί Μεραρχία - είχαμε Τουρκία κατά τήν λαϊκήν έκφρασιν. Ημείς ξέραμε« έλικ του, ράχα του » δηλαδή παρουσιάσατε καί παρα-πόδα καίμπίρ - ικί δηλαδή έν-δύο. Ίδού καί ενα χαρακτηριστικόν επεισόδιον: Καθ’ ην ώρα συζητούσαμεν ενας πολίτης κρατούσε ενα ψωμί γιά τήν οικογένειαν του, ένας φαντάρος τού λέγει: Πατριώτη σε παρακαλώ μού δίδης λίγο ψωμί; αμέσως ό πολίτης τού προσέφερε προθύμως τό ψωμί, καί τότε εζήτησαν καί οι πλησιέστερον φαντάροι καί εις παρατήρησίν μας απήντησαν ότι από χθες τό μεσημέρι μέ τήν απασχόλησιν τής αποβάσεως είχαν μείνει νηστικοί. Τότε ημείς φωνάξαμε« Βρε παιδιά ο στρατός πεινά! ». Αμέσως διεδόθη τούτο καί μετά παρέλευσι όλίγου χρόνου άρχισαν νά καταφθάνουν από τούς φούρνους τούς όποιους άνοιξαν αμέσως οι αρτοποιοί, ψωμιά, παξιμάδια, κουλούρια, λειτουργιές, ότι υπήρχε διαθέσιμο, καί κατόπιν άρχισαν νά καταφθάνουν από τά γύρω σπίτια γιάλες μέ διάφορα γλυκά, μαστίχα, ροδοζάχαρι, σύκα, αμύγδαλα καί εξακολουθούσαν νά φέρνουν. Τόση ήτο ή περιποίησις καί ή υποδοχή ώστε τό απόγευμα πού κατενεμήθη ό στρατός είς τά διάφορα οικήματα τής πόλεως ήτοι στο Γυμνάσιο Αρρένων, τό Παρθεναγωγείον, τό Μουσείον ( έως τότε τζαμί τών Τούρκων), είς τά σχολεία τού Βουνακίου. Τήν επομένην τό πρωί πού μετέβην εις τά σχολεία τού Βουνακίου παρετήρησα ενα απίστευτον αλλ’ αληθέστατον γεγονός. Eις τήν παραθυρόπλακα εντός τού σχολείου ευρίσκοντο γιάλες γλυκά διάφορα, καί εις τήν γωνίαν τής αιθούσης ενας σωρός από αμύγδαλα καί σύκα απόδειξις ότι ό στρατός είχε χορτάσει καί παρέμεναν εκεί. Αλλά μήπως άφησαν στρατιώτη χωρίς νά φιλοξενηθή στάς οικίας ; Κάθε οικογένεια τό θεωρούσε τιμή της νά φιλοξενήση ένα — δύο στρατιώτας είς τήν οικίαν της καί νά τούς περιποιηθή γιατί τούς θεωρούσαν ώς ένα Ιερόν πράγμα, καλλίτερα από αδελφούς των χωρίς νά λάβουν υπ’ όψει ότι έχουν, κορίτσια και αγόρια. Οφείλω νά τονίσω εδώ ότι ό στρατός τής τό απελευθερώσεως καθ’ όλο διάστημα τής παραμονής του στη Χίο επέδειξε καθ’ όλα αρίστην καί παραδειγματικήν συμπεριφοράν καί τούτο διότι αντιλαμβάνετο τήν ιεράν αποστολήν του. Ό λαός έξαλλος από ενθουσιασμόν τούς συνήντα στο δρόμο, τούς ενηγκαλίζετο καί τούς ησπάζετο σέ σημείον απίστευτον, αδιακρίτως φύλου καί ηλικίας. Τοιούτον ενθουσιασμόν ησθάνετο ό κόσμος. Κατήντησε εις τούς Στρατώνας νά μή μένουν στρατιώται σέ σημείον πού ηνάγκασε τον Στρατιωτικό Διοικητή νά εκδώση αυστηροτάτην διαταγήν απαγορεύουσα τήν απομάκρυνσιν τών στρατιωτών από τούς στρατώνας καί προπαντός τήν νύκτα. Δικαίως λοιπόν ό υπασπιστής τού αρχηγού τού στρατού Καρακατσώνης όνομάτι καί μετέπειτα Στρατηγός γράφει είς ενα βιβλίον του επί λέξει: «Οι Χίοι εφάνησαν άξιοι τής Ελευθερίας των, ή υποδοχή καί ή φιλοξενεία τής όποιας έτυχε ό στρατός κατοχής θά μού μείνη αλησμόνητος».
’Εν τώ μεταξύ ενέσκυψε βαρύς ό χειμών μέ βροχάς καί εθαυμάζαμεν τούς ελευθερωτάς μας νά μεταβαίνουν είς τήν πρώτη γραμμή μέ βροχή καί νά κρατάν μέ τά δυο τους χέρια τά ατομικά τους αδιάβροχα υπεράνω τής κεφαλής των έν είδη ομπρέλας μέ ενθουσιασμόν καί καρτερίαν αύτοί οί ήρωες οχι μιά ή δύο ημέρας αλλά περισσότερο από ένα μήνα, νά ξημεροβραδιάζωνται στά παγωμένα βουνά, καί νά νομίζης ότι μεταβαίνουν σέ πανηγύρι καί όχι στήν πρώτη γραμμή νά χύσουν τό αίμα τους γιά νά μάς χαρίσουν τήν Ελευθερίαν μας. Ή Χίος θά τούς ευγνωμονή εσαεί.
Επειδή παρενοχλείτο τό χωρίον Βροντάδος από τόν εχθρόν, κείμενον είς την παρυφήν τού όρους Αίπους, διετάχθη άγημα Πεζοναυτών νά καταλάβη τήν οχυράν ταύτην θέσιν. Τότε είδον τόν αείμνηστον Νικόλαον Ρίτσον έξωθεν τού Στρατώνος όπου ήτο παρατεταγμένον τό απόσπασμα έτοιμον πρός εκκίνησιν νά δίδη διαταγάς. Κατά τήν ανάβασιν τού Αίπους κατέλαβον τους Τούρκους σκοπούς κοιμομένους άλλως θά εξοντώνετο τελείως τό απόσπασμα λόγο τής οχυροτάτης θέσεως και του στόχου που παρουσίαζε ή στολή τών Πεζοναυτών. Παρά τούτα συνήφθη πεισματώδης μάχη σώμα μέ σώμα οπότε ειδοποιήθη τό εξοπλισμένον (Μακεδονία) καί εβομβάρδισε τάς τουρκικάς θεσεις. Εν τέλει κατελήφθη τό Αίπος μέ απωλείας μεταξύ τών οποίων ο Ρίτσος καί Παστρικάκης.
Αυτή ήτο ή στρατιωτική κατάστασις τής νήσου όταν τό Γενικόν Επιτελείον ευρισκόμενον τότε είς τήν πολιορκίαν τού Μπιζανίου καί ανυπομονών διά τήν καθυστέρησιν τού στρατού τής Χίου όστις ήτο υπολογίσιμος δύναμις διά τήν ενίσχυσιν τού στρατού τής Ηπείρου απέστειλε είς Χίον ένα Επιτελή Αξιωματικόν -Βερνάρδος14 νομίζω ελέγετο, όστις φθάσας είς Χίον καί αφού κατετοπίσθη από τον αρχηγόν τού στρατού επί τής στρατιωτικής καταστάσεως τής νήσου, συνεφώνησε μέ τάς απόψεις καί μέ τά στρατιωτικά μέτρα άτινα ό αρχηγός είχε λάβη μέχρι στιγμής ακόμη καί διά τά μελλοντικά του σχέδια καί απεφασίσθη παρ’ αμφοτέρων όπως αποσταλούν τό γρηγορώτερον δυο πυροβόλα ένα ορεινόν καί ενα πεδινόν τού Δαγκλή. Ενθυμούμαι όταν ερρίφθη τό σύνθημα τής επιθέσεως που ήτο ένας κανονιοβολισμός τής «Μακεδονίας», τό πρωί τής ημέρας εκείνης, ξεκινήσαμεν από τήν πόλι τής Χίου τή βοήθεια των πολιτών καί πολλών έκ τού χωρίου Πυργί και εσύραμεν τό πυροβόλον είς τεμάχια διά σχοινιών διότι όπως ανέφερα προηγουμένως, δρόμοι υπήρχον μόνον κατ’ όνομα και εφθάσαμε μέχρι τού Αίπους μέ επικεφαλής τον αείμνηστον Μητροπολίτην τής Χίου Ιερώνυμον Γοργίαν. Τότε είδον γυναίκας τού Βροντάδου νά μεταφέρουν νερό είς τους μαχομένους στρατιώτας. Μόλις φθάσαμεν είς τήν τελευταίαν στροφήν του Αίπους είς μικρόν σπήλαιον αριστερά τής οδού είδομεν 3—4 Τούρκους φονευμένους καί ένα Έλληνα αξιωματικόν ελαφρώς τραυματίαν είς τό μέτωπόν του μέ αίματα νά επιστρέφη από τήν πρώτη γραμμή. Όταν εφθάσαμεν είς τό οροπέδιον τού Αίπους αντικρύσαμεν ένα κωμικοτραγικόν θέαμα: Ήσαν τρία πυροβόλα τού Κρούπμικρά τά οποία εχειρίζοντο ναύται του πολεμικού ναυτικού καί σέ κάθε εκπυρσοκρότησι έπαιρναν μιά, δυό, τρείς τούμπες καί προσπαθούσαν οί πυροβοληταί νά τά επαναφέρουν είς τήν πρωτέραν τους θέσιν, μέ μεγάλην αγανάκτησι καί δυσκολία λόγω τού βραχώδους εδάφους. Μέ τοιαύτα πολεμικά μέσα προσπαθούσαν οι γενναίοι μας νά εκτοπίσουν τον εχθρόν από χαρακώματα που πυροβολούσαν έκ τού ασφαλούς, ορθίως πυροβολούντες. Αλλά καί των Τούρκων τό πυροβόλον δεν ήτο σέ καλλίτερη μοίρα αφού δεν μας έφθανε και οι οβίδες του ήσαν ελαττωματικαί. Καθ’ ήν ώρα ητοιμάζετο το νέον πυροβόλον προς δράσιν είδομεν τμήματα ημέτερα να προελαύνουν εις τα υψώιιατα τού Πηγανίου όρους. Έν τώ μεταξύ προχώρησε ο παρατηρητής εμπρός καί ημείς περίεργοι περιμέναμε να δούμε άν και αυτό το κανόνι θά παίρνη και αυτό τούμπες. Όταν ητοιμάσθη προς πυροβόλησιν ό αξιωματικός διατάσσει «Πύρ!» καί αμέσως εκπυρσοκρότησε χωρίς να μετακινηθή εκ τής θέσεώς του. Μολις εσείσθη η κάνη του πυροβόλου ένα ελατήριο επανέφερε τό κανόνι εις την θέσιν του με μεγάλη χαρά και ενθουσιασμό ημών των παρευρισκομένων. Δεν είχον παρέλθη δέκα λεπτά και ειδοποιήθημεν ότι οι Τούρκοι εγκατέλειψαν τα οχυρά τους και οπισθοχωρούν. Αμέσως διέταξε ο αξιωματικός «Εμπρός τό κανόνι» και ημείς νά μεταφέρομεν πυρομαχικά με τά κιβώτια προς τά εμπρός. Πράγματι αφού μεταφέραμεν αρκετά κιβώτια θά ήτο ή ώρα τρεις μετά την μεσημβρία (και) σκεπτόμενος ότι θά ανησυχούν οι γονείς μου πού είχα φύγει από τάς πρωϊνάς ώρας απεχώρησα και επέστρεψα εις την πόλιν. Καθ’ οδόν επληροφορούμην τά ευχάριστα νέα ότι ό στρατός μας προχωρεί πανταχού και όταν έφθασα αργά την νύκτα εις την πόλι έμαθα δτι είχαμε προχωρήσει πέρα από τον Άγιον Ισίδωρον καί ότι ό Τουρκικός στρατός υποχωρεί από όλα τά σημεία τής νήσου. Την επομένην τό πρωί εμάθαμεν ότι ό Ζιχνής περικυκλωμένος πανταχόθεν, αντιληφθείς τά καταστρεπτικά αποτελέσματα τής περαιτέρω αντιστάσεως καί φοβηθείς μήπως πέση είς τάς χείρας των ανταρτών οπότε εγνώριζε καλλίτερον παντός άλλου τί τον ανέμενε— κατήλθε διά νυκτός και παρεδόθη εις τον αξιωματικόν τού στρατού του χωρίου Καριές. Αστραπιαίως διεδό0η η παράδοσις τού Ζιχνή τού όποιου τό όνομα είχε διαδοθη είς δλη τήν Ελλάδα διότι εκτός από τό Μπιζάνι, αλλο μέρος δέν εκράτησε τόσο διάστημα άμυνα - 40 περίπου ήμέρας. Διά τούτο έσπευσαν από όλα τά μέρη τής νήσου άλλοι από περιέργειαν και άλλοι από αγανάκτησι νά τόν ειδούν καί νά τον γιουχαήσουν από τό μέρος πού θά περνούσε, αλλ’ είχαν γνώσιν οι ύλακες καί τήν νύκτα μετεφέρθη μέ τούς Τούρκους Αξιωματικούς καί έκαμνε συντροφιά εις τόν αρχηγόν τού στρατού κατοχής. Τότε επληροφορήθημεν ότι οί αιχμάλωτοι συγκεντρώνονται εις τήν περιφέρειαν τών Καρυών καί θά διέλθουν από τήν οδόν τού Άγιου Νικολάου (Φραγκομαχαλά) πού φέρει προς τήν πόλι. Εκείνη τήν ημέραν είχε ενσκήψει μιά χιονοθύελλα καί ελέγαμεν (πως) εάν ευρίσκοντο ακόμη είς τά βουνά δέν θά έμεναν ούτε οί μισοί. Τέλος κατά τάς οκτώ τό πρωί εφάνησαν νά έρχονται οι αιχμάλωτοι κατά τετράδας μέ σκυμμένα τά κεφάλια ρακένδυτοι σε ελεεινή και άθλια κατάστασι. Θά ήσαν περίπου 2000. Τότε ημείς παιδιά 16—17 ετών τούς υπεδέχθημεν μέ τραγούδια παρά τήν θέσι τού Ηρώου τών πεσόντων. Βρέ παλιότουρκοι για κάντε μας τή χάρι Κι απ’τη Χίο μας νά πάρετε ποδάρι Γιατί ήλθαν τά παιδιά μας, ή νέα γενεά μας Γιατί ήλθε ό Βενιζέλος παντός θά φέρη τέλος Εμείς ή νέα γενεά μέ θάρρος καί μ’ ελπίδα θά χύσωμε τό αίμα μας γιά τή γλυκειά Πατρίδα. Αμέσως τούς επεβίβασαν είς τά αναμένοντα πλοία γιά τήν παλαιά Ελλάδα καί έτσι εκαθάρισεν ή Χίος από τήν κόπρο τού Αυγείου. Τήν επομένην ή τήν μεθεπομένην ανεχώρησε καί ό Απελευθερωτικός στρατός, εκτός ολίγων πού παρέμειναν πρός φρούρησι μέ τάς ευχάς ολοκλήρου τού χιακού λαού όστις συνεκεντρώθη είς τήν προκυμαία καί τους κατευόδωσε μέ το «Καλό Ταξίδι Αδέλφια μας καί στην Πόλι νικηταί». Επεβιβάσθησαν είς τά αναμένοντα αυτούς πλοία διά τήν Ήπειρον διά νά στεφανωθούν μέ νέες δάφνες στο τρομερό Μπιζάνι. Έκτοτε ή σφαγιασθείσα το 1822 μυροβόλος Χίος μας αναπνέει τόν αέρα τής Ελευθερίας είς τάς αγκάλας τής μητρός Ελλάδος καί στεφανώνει μέ τόν αμάραντον στέφανον τής δόξης τους ήρωας ελευθερωτάς μας είς ένδειξιν ευγνωμοσύνης διά τό μεγαλύτερον Αγαθόν πού μάς εδώρησαν διά τού αίματός των πού λέγεται Ελευθερία.


Απόσπασμα από τις "Αναμνήσεις ενός εφήβου από την απελευθέρωση της Χίου το 1912" του ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Μ. ΡΩΞΑΝΑ που δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην εφημερίδα «Χιακός Λαός» τ.5519 (10-11-1972).